γυράλεος

γῡράλεος [pron. full] [ᾰ], α, ον,
A = γυρός, rounded, curved, Opp.C.1.57.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γυραλέος — γυραλέος, α, ον (Α) [γύρος] γυρός …   Dictionary of Greek

  • γυραλέη — γυράλεος rounded fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυραλέοις — γυράλεος rounded masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γύρος — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 360 μ., 18 κάτ.) του νομού Δράμας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Νικηφόρου. 2. Οικισμός (46 κάτ.) του νομού Ηλείας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρχαίας Ολυμπίας. * * * ο (Α γῡρος, Μ γύρος) 1 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.